ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ο κ. Τσίπρας και η Χρυσή Αυγή

Αποφάσισε, λοιπόν, ο Αλέξης Τσίπρας -με αφορμή το θέμα των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων- ότι ορισμένα κόμματα έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στην πολιτική ενημέρωση και άλλα όχι. Στα πλαίσια αυτά ζήτησε τον αποκλεισμό από την πληροφόρηση της Χρυσής Αυγής, ενός κόμματος που σήμερα καταλαμβάνει την τρίτη θέση στις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος.

Το θέμα προφανώς δεν είναι εδώ τι είναι και τι δεν είναι η Χρυσή Αυγή. Κατά την άποψή μου πρόκειται μία ακόμα «φαιοκόκινη συνιστώσα», μία ακόμα παραλλαγή του κυρίαρχου εθνικομπολσεβικισμού, μία ακόμα παραλλαγή της κυρίαρχης στην Ελλάδα ιδεολογίας του εθνικιστικού σοσιαλισμού - όμως, με μία σημαντική διαφορά: την ανάδειξη της βίας ως ακρογωνιαίου πυλώνα της επικοινωνιακής της τακτικής.

Ομως, όπως ανέφερα προηγουμένως, το θέμα δέν είναι η Χρυσή Αυγή. Το θέμα είναι ότι με τις δηλώσεις του ο κ.Τσίπρας δείχνει πώς ακριβώς εννοεί τη Δημοκρατία: Ως ένα εργαλείο της προώθησης των στρατηγικών του επιλογών και όχι ως έναν μηχανισμό πληροφόρησης των επιθυμιών του εκλογικού σώματος τις οποίες η πολιτική ελίτ θα πρέπει να σέβεται.

Και ας μην αυταπατώμεθα. Οι «αποκλεισμοί» του κ. Τσίπρα δεν πρόκειται φυσικά να περιορισθούν στη Χρυσή Αυγή, αν ποτέ το κόμμα του βρεθεί στην εξουσία. Πολύ γρήγορα θα επεκταθούν και σε άλλους χώρους. Δεν θα πρέπει π.χ να επεκταθούν και να συμπεριλάβουν τους νεοφιλελεύθερους που, σύμφωνα με την ασυνάρτητη δαιμονολογία των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, συνιστούν το μεγαλύτερο κακό που γνώρισε η οικουμένη; Και γιατί να σταματήσουν εκεί; Δεν θα πρέπει να συμπεριλάβουν και τους μετριοπαθεις σοσιαλδημοκράτες, αυτούς τους «προδότες», που υπέγραψαν τα επαίσχυντα Μνημόνια; Και γιατί να σταματήσουν εκεί; Δεν θα πρέπει να περιλάβουν και κάθε πολιτικό κίνημα το οποίο υιοθετεί μεταρρυθμιστικές απόψεις που θέτουν σε κίνδυνο τα συντεχνιακά «κεκτημένα» με τα οπoία ταυτίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ;

Δεν πρωτοτυπεί ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ με την πρότασή του. Πρόκειται για την κλασική λαϊκομετωπική στρατηγική των κομμουνιστών:Δημιουργούμε έναν «φασιστικό» μπαμπούλα, τον αναδεικνύουμε στον υπέρτατο εχθρό και, παράλληλα, αυτοδιοριζόμαστε επικεφαλής του «αντιφασιστικού» αγώνα των μαζών. Και, φυσικά, καθώς γιγαντώνεται η «αντιφασιστική» πάλη, κανείς δεν θέτει πια το «ταμπού» ερώτημα: Πού ακριβώς έγκειται η διαφορά στις μεθόδους που χρησιμοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ, για φτάσει στα σημερινά ποσοστά του, με αυτές που χρησιμοποίησε η η Χρυσή Αυγή για να φτάσει στα δικά της ποσοστά;

Ή, μάλλον, όποιος θα τολμήσει να θέσει αυτό το ερώτημα, θα έχει την ίδια τύχη με το παιδάκι που έθεσε το ερώτημα για τα ρούχα στο γνωστό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν. Απο τότε που το έθεσε εξαφανίστηκε και ψάχνει να το βρει η Διεθνής Αμνηστία...

ΤΙ ΤΣIΠΡΑΣ, ΤΙ ΤOMΣΕΝ!

Κάποτε ο μακαρίτης ΓΓ του ΚΚΣΕ, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, μιλώντας με έναν Αμερικανό δημοσιογράφο για το θέμα του πλουραλισμού, είπε: «Εδώ έχουμε ένα κόμμα ενώ εσείς έχετε δύο, που όμως λένε το ίδιο πράγμα». Και ο μεν μακαρίτης μπορεί να είχε άδικο για το αμερικανικό σύστημα, όμως θα είχε απόλυτο δίκιο για το ελληνικό: Εδώ έχουμε 7 κόμματα που λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα: δεν πρέπει να απολυθεί κανένας δημόσιος υπάλληλος.

Το γεγονός φυσικά ότι υπάρχει μια τέτοια συμφωνία απόψεων σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα, ασφαλώς έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των οπαδών του δημοκρατικού πολιτεύματος ότι δηλαδή η δημοκρατία ενισχύει τον πλουραλισμό. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον, αυτό δεν ισχύει. Αυτό πού ισχύει είναι ότι από την Ακρα Αριστερά μέχρι την Ακρα Δεξιά υπάρχει μία βαθύτατη ομοψυχία γύρω από την ανάγκη διατήρησης του πελατειακού κράτους. Ολοι συμφωνούν ότι το θέμα της απόλυσης δημοσίων υπαλλήλων είναι η «κόκκινη γραμμή», οι νέες Θερμοπύλες όπου το άνθος της ελληνικής κοινωνίας θα δώσει την ύστερη μάχη.

Οχι, απλά, δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση μεταξύ των πολιτικών κομμάτων αλλά υπάρχει και μια συμπαιγνία μεταξύ φαινομενικά «αντιθέτων» πολιτικών χώρων προκειμένου να πεισθούν οι ξένοι πιστωτές να κάνουν πίσω στο κρίσιμο αυτό θέμα. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα με την προτροπή του κ. Στουρνάρα προς τους εκπροσώπους της τρόικας να απευθυνθούν στον Σύριζα αν επιθυμούν την εφαρμογή των συμφωνηθέντων μέτρων που περιλαμβάνουν και ορισμένες με το σταγονόμετρο απολύσεις. Η άρνηση αυτή του Ελληνα υπουργού Οικονομικών να υποστηρίξει το downsizing του δημόσιου τομέα, καταδεικνύει ότι -σε αντίθεση με αυτά που διακήρυσσε προτού υπουργοποιηθεί, σήμερα συμπλέει στην πράξη πλήρως με τους υπόλοιπους οπαδούς του διευρυμένου πελατειακού κράτους. Θεωρεί και αυτός, όπως και οι υπόλοιποι, ότι η μείωση του κράτους δεν αποτελεί μία προϋπόθεση για την οικονομική ανάκαμψη της χώρας το οποίο η κυβέρνηση θα έπρεπε να υιοθετήσει ανεξαρτήτως τρόικας, αλλά αντίθετα μία παραχώρηση εθνικών κεκτημένων στα οποία η χώρα δεν πρέπει να ενδώσει.

Ειναι εκπληκτικό ότι σε μία χώρα με άνω των 900.000 δημοσίων υπαλλήλων -εκ των οποίων οι περισσότεροι έχουν διορισθεί με «ρουσφέτια»- ο μόνος λόγος ο οποίος θεωρείται αποδεκτός για την απόλυση ενός κρατικού υπαλλήλου, είναι αν ο τελευταίος έχει διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα. Το γεγονός ότι μπορεί να είναι υπεράριθμος, να μη γνωρίζει το αντικείμενο της εργασίας του, να είναι τεμπέλης κ.λπ. -όλοι, δηλαδή, οι λόγοι που θεωρούνται υπερεπαρκείς στον ιδιωτικό τομέα για την απόλυση ενός ιδιωτικού υπαλλήλου- στην Ελλάδα θεωρούνται ότι δεν ισχύουν όταν πρόκειται για έναν δημόσιο υπάλληλο.

Από την άλλη πλευρά, όπως επισημάνει ο αντιδήμαρχος Τάσσος Αβραντίνης σε άρθρο του στο capital.gr είναι εκπληκτική η συμπαιγνία των εκπροσώπων της τρόικας στην αγωνιώδη προσπάθεια διάσωσης του πελατειακού κράτους. Οπως γράφει:

"Αυτό που είναι ακόμη πιο απογοητευτικό είναι ότι η Τρόικα δεν έχει πάρει χαμπάρι του τι συμβαίνει γύρω της. Επιμένει στη διατήρηση των φορολογικών συντελεστών στα σημερινά εξοντωτικά για τους φορολογούμενους επίπεδα. Οι εκπρόσωποί της παρασύρονται και παίζουν το παιχνίδι της πιο βρώμικης κομματικής νομενκλατούρας. Υποκύπτουν στις πιέσεις του εγχώριου κατεστημένου πολιτικού συστήματος που αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να διατηρήσει αλώβητες τις βδέλλες του μόχθου του λαού μας, ήτοι τα πάσης φύσεως πελατειακά του δίκτυα. Οι εκπρόσωποι των δανειστών μας αδυνατούν να κατανοήσουν ότι χωρίς μείωση των φόρων, γενναίες διαρθρωτικές αλλαγές και δραστική μείωση του κράτους, αλγεβρικώς τουλάχιστον η χώρα δεν σώζεται με τίποτα."

Ελλάδα και Λετονία

Η Ελλάδα σήμερα θα είχε βγει από την κρίση αν είχε πραγματικά εφαρμόσει τα μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας. Όμως επειδή δεν το έκανε αυτό αλλά προσπαθούσε πάντοτε να εξαπατήσει τους πιστωτές, βρίσκεται σήμερα στην τραγική κατάσταση που είναι. Αυτό υποστηρίζει ο γνωστός οικονομολόγος Ανερς Ασλουντ που εργάζεται στο Peterson Institute of International Economics στην Ουάσιγκτον.

Ο κ. Ασλουντ συγκρίνει τις περιπτώσεις της Λετονίας και της Ελλάδας. Η πρώτη εφάρμοσε πραγματικά τα μέτρα λιτότητας από την πρώτη στιγμή και σήμερα έχει τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρώπη. Η δεύτερη συνεχώς κοροϊδεύει και για αυτό συνεχίζει να βρίσκεται στην μιζέρια.

Η Λετονία βίωσε τα έτη 2008-2010 μία μείωση του ΑΕΠ κατά 24% πού υπήρξε το αποτέλεσμα του ολοκληρωτικού παγώματος της ρευστότητας το 2008. Όμως η οικονομία της Λετονίας αυξήθηκε κατά 5.5% το 2011 και το 2012 παρουσίασε πάλι αύξηση 5.3% -την μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρώπη ενώ παράλληλα το δημοσιονομικό της έλλειμμα δεν υπερβαίνει το 1.5% του ΑΕΠ!

Από την άλλη πλευρά η Ελλάδα έχει ήδη βιώσει 5 έτη ύφεσης και αναμένεται-στην καλύτερη περίπτωση-να βιώσει άλλα δύο!

Το 2008 και το 2009 η οικονομική κρίση ήταν πολύ πιο έντονη στην Λετονία από ότι στην Ελλάδα. Όμως οι δύο χώρες επέλεξαν διαφορετικές πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής.

Στην Λετονία η δημοσιονομική προσαρμογή βασίσθηκε σε μείωση των κρατικών δαπανών ενώ στην Ελλάδα στην αύξηση των φόρων.

Προκειμένου να επιτύχουν μεταρρυθμιστικά μέτρα θα πρέπει να είναι εμπροσθοβαρή. Το 2009 η Λετονία πραγματοποίησε μία δύσκολη οικονομική προσαρμογή 9.5% του ΑΕΠ που αντιπροσώπευε το 60% της απαιτουμένης συνολικής προσαρμογής ενώ η Ελλάδα την ίδια περίοδο, ακολουθώντας το σοσιαλιστικό ευαγγέλιο, ελάμβανε μέτρα αναθέρμανσης της οικονομίας!

Στην Λετονία ο πρωταρχικός στόχος ήταν η μείωση των δαπανών όχι η αύξηση των φόρων. Οι περικοπές των δημοσίων δαπανών αντιπροσώπευαν το 2/3 του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της Λετονίας. Η χώρα μείωσε τις κρατικές δαπάνες από 44% του ΑΕΠ πού ήταν στα μέσα της κρίσης, στο 36%. Παράλληλα διατήρησε τον αναλογικό (flat) φόρο εισοδήματος στο 21% και τον φόρο στις επιχειρήσεις στο 15%.

Η Ελλάδα έπραξε το ακριβώς αντίθετο. Διατήρησε υψηλές κρατικές δαπάνες που έφταναν το 50% του ΑΕΠ τόσο το 2010 όσο και το 2011-έτη στα οποία υποτίθεται ότι εφάρμοζε λιτότητα. Αντίθετα αν είχε μειώσει τις δαπάνες στο 40% σήμερα θα είχε βγει από την κρίση. Μέχρι σήμερα η Ελλάδα έχει υλοποιήσει μία δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης του 9% κάτι που η Λετονία έκανε σε ένα χρόνο!

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δύο χώρες αντιμετώπισαν το θέμα του μεγάλου κρατικού τομέα. Η Λετονία απέλυσε αμέσως το 30% των δημοσίων υπαλλήλων, έκλεισε πολλούς κρατικούς φορείς και κατάργησε ρυθμίσεις δίνοντας έτσι την δυνατότητα στον ιδιωτικό τομέα να δραστηριοποιηθεί.

Η Ελλάδα αντίθετα δεν απέλυσε ούτε ένα (!!) δημόσιο υπάλληλο ούτε έκλεισε δημόσιους φορείς ούτε κατάργησε ρυθμίσεις Αντίθετα το 2011 έγιναν 5000 νέες προλήψεις στον δημόσιο τομέα.

Η βοήθεια πού πήρε η Λετονία από το ΔΝΤ και την ΕΕ ισοδυναμούσε με 37% του ΑΕΠ της χώρας το 2008 όμως η Λετονία χρησιμοποίησε μόλις το 60% αυτών των πόρων. Το Δεκέμβριο ξεπλήρωσε όλα τα χρέη της στο ΔΝΤ –τρία χρόνια δηλαδή νωρίτερα προκειμένου να μπορεί να δανείζεται φτηνότερα στις διεθνείς αγορές. Σήμερα οι αποδόσεις στο 6ετές κρατικό της ομόλογο έχουν πέσει στο 1,7%!

Τον Μάιο του 2010 η Ελλάδα έλαβε πολύ μεγαλύτερη οικονομική ενίσχυση από την Λετονία-το μεγαλύτερο δάνειο πού έχει ποτέ δώσει το ΔΝΤ- και τα αποτελέσματα είναι πενιχρά.

Τέλος η ανεργία στην Λετονία μειώθηκε από 20.7% στις αρχές του 2010 σε 13.5% στο φθινόπωρο του 2012.Στην Ελλάδα η πολιτική της επιβολής φόρων έχει οδηγήσει την ανεργία κοντά στο 30%!

Τα συμπεράσματα είναι προφανή. Οι ελληνικές κυβερνήσεις προσπάθησαν και προσπαθούν να λύσουν την κρίση με σοσιαλκρατικιστικό τρόπο δηλαδή με αύξηση των φόρων και διατήρηση του μεγέθους της κρατικής γραφειοκρατίας.

Αντίθετα η Λετονία ακολούθησε τον φιλελεύθερο δρόμο: Χαμηλούς φόρους και μείωση των κρατικών δαπανών και της κρατικής γραφειοκρατίας .

Τα αποτελέσματα μιλάνε από μόνα τους.

Ελλάδα ίσον Μηδέν

Σήμερα πήγα στο μεγαλύτερο σούπερ μάρκετ της πόλης, το Ριμ Πιγκ. Ο χώρος ήταν γεμάτος από Κινέζους τουρίστες που έρχονται με απευθείας πτήση από το Πεκίνο για να περάσουν μία εβδομάδα και να κάνουν όσο περισσότερο shopping μπορούν.

Ο δικός μου σκοπός, με την επίσκεψη, ήταν διαφορετικός. Ήθελα να ψάξω να δω αν υπήρχε κάποιο ελληνικό προϊόν στα ράφια. Αφού ξόδεψα κάνα δύο ώρες εξονυχιστικής έρευνας, μπορώ υπερήφανα να ανακοινώσω το αποτέλεσμα: Μηδέν! Τίποτα!

Ούτε κρασί, ούτε λάδι, ούτε γιαούρτι και, φυσικά, για προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, ούτε συζήτηση. Ακόμα και ο τενεκές σε ένα ράφι - που έφερε την επιγραφή "Kalamata Olives" - απεδείχθη ότι ήταν ιταλικής εταιρείας, με τις ελιές να είναι, όπως ήταν γραμμένο, "produced in Italy". Με άλλα λόγια, η Καλαμάτα είναι - πλέον - μια πόλη της Ιταλίας!

Όταν, λοιπόν, εδώ στη Ν.Α. Ασία, το ταχύτερα αναπτυσσόμενο μέρος του κόσμου, δεν υπάρχει στα σούπερ μάρκετ πολυτελείας ούτε ίχνος ελληνικών προϊόντων, μπορεί κανείς εύκολα να εξάγει ορισμένα συμπεράσματα για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Διότι, εδώ, βλέπει κάποιος - με τον πιο ωμό τρόπο - ότι οι τεράστιες νέες αστικές τάξεις του μέλλοντος, της Κίνας, της Ινδίας, της Ταϊλάνδης, της Σιγκαπούρης, της Μαλαισίας κ.λπ., ούτε γνωρίζουν, ούτε θέλουν να γνωρίζουν τα ελληνικά προιόντα. Κοιτώντας τα άδεια, από ελληνικά προϊόντα, ράφια έβλεπε κανείς τη σκληρή πραγματικότητα αυτού που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «έλλειψη ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας. Μία πραγματικότητα που δεν πρόκειται να βελτιωθεί ούτε με μέτρα λιτότητας - όπως υποστηρίζουν οι μεν - αλλά και ούτε με μέτρα τόνωσης της ζήτησης, όπως υποστηρίζουν οι δε. Και στις δυο περιπτώσεις η ανταγωνιστικότητα θα παραμείνει στα ίδια άθλια επίπεδα.

Η μόνη λύση, όπως έχω υποστηρίξει πολλές φορές, είναι ένας σεισμός που θα ρίξει το επίπεδο τιμών-μισθών κατά τουλάχιστον 50%. Όχι σταδιακά, διότι τότε δεν έχει αποτελέσματα, αλλά από τη μια ημέρα στην άλλη. Μόνο ένας τέτοιος σεισμός θα κάνει τα ελληνικά προϊόντα ανταγωνιστικά, θα οδηγήσει σε πακτωλό ξένων επενδύσεων στην Ελλάδα και θα δώσει δουλειά στους χιλιάδες νέους που βλέπουν τα νιάτα τους να θυσιάζονται στο βωμό της άρρωστης φαντασίωσης του ευρώ.

Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι το μόνο σοβαρό αναπτυξιακό μέτρο - που ελήφθη ποτέ στη μεταπολεμική Ελλάδα - ήταν η υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολαρίου κατά 50%, τη δεκαετία του '50.

Tροµοκρατήστε τους τροµοκράτες

Διαβάζω τον τελευταίο καιρό διάφορες αναλύσεις για την δημιουργία «νέου» πόλου, για τις συγκλίσεις και αποκλίσεις φιλελευθέρων, σοσιαλδημοκρατών, αριστερών, διαβάζω δηλαδή κείμενα κατά τα άλλα αξιόλογων ατόμων και διερωτώμαι: Πού ζουν αυτοί οι άνθρωποι; Δεν έχουν καταλάβει τίποτα; Δεν έχουν διδαχθεί τίποτα από τις εξελίξεις των τριών τελευταίων ετών; Εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Ελλάδα είναι μία δυτικοευρωπαϊκή χώρα όπου η πολιτική κρίνεται μόνο με βάση τις ιδέες και την δύναμη των επιχειρημάτων;

Όπως είναι φανερό οι δυνάμεις – και οι ηγετίσκοι - πού ευνοήθηκαν από τα γεγονότα των τελευταίων τριών ετών, χρησιμοποίησαν πέρα από λόγια και ... πράξεις. Έφτασαν μέχρι του σημείου να ενσωματώσουν μορφές βίας στην στρατηγική τους (λεκτικής ή πραγματικής) τρομοκρατώντας τους «καθώς πρέπει» αντιπάλους τους. Έτσι κατάφεραν να εμπνεύσουν φόβο στην κοινωνία αλλά και να μονοπωλήσουν σχεδόν όλους τους δημόσιους χώρους, πλατείες, δρόμους και να αφαιρέσουν από τους αντιπάλους τους την δυνατότητα της δημόσιας παρουσίας σε «στρατηγικά σημεία» (π.χ. ΑΕΙ και ΔΕΚΟ).

Και τί έκαναν οι «εκσυγχρονιστές» και «φιλελεύθεροι» πολιτικοί ενώπιον αυτών των εξελίξεων; Αντί να κινητοποιήσουν τους οπαδούς τους και να απαντήσουν με ακριβώς τον ίδιο τρόπο περιορίζονταν στο να βγάζουν θλιβερές ανακοινώσεις τους στιλ «Μπαμπά μας έκαναν ντά!». Είναι σαν να μην θέλουν να τα δουν όλα αυτά και αρκούνται σε συζητήσεις σε κεντρικά βιβλιοπωλεία για το αν μπορεί να υπάρξει σύγκλιση μεταξύ της φιλελεύθερης και της σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης. Δεν θέλουν να δουν ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα η σύγκρουση και πολλές φορές η βία, όχι απλά είναι πια συστατικό στοιχείο της πολιτικής διαδικασίας αλλά και δυστυχώς, αποδίδει πλουσιοπάροχα. Εμμένοντας στις φαντασιώσεις τους όχι απλά αποπροσανατολίζουν ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων αλλά στην ουσία διογκώνουν το κύμα των ανθρώπων πού τρέχει να ζητήσει «προστασία» από τα «νέα αφεντικά».

Αν θέλετε να παίξετε κάποιο ρόλο αγαπητοί «ευρωπαϊστές» -αν και είναι πια αργά- ξεχάστε τον Σεν, την Ροθτσαιλτ, τον Κρούγκμαν κλπ. Ξεχάστε τις συζητήσεις περί «ευτυχίας και κοινωνικής ανισότητας», περί «ευρωπαϊκής προοπτικής» και ανάλογα χαζοχαρούμενα. Αν θέλετε να μελετήσετε κάποιον πηγαίνετε πίσω στον μεγαλύτερο πολιτικό διανοητή στην ιστορία, το συγγραφέα του Λεβίαθαν και αφού τον μελετήσετε (σε συνδυασμό ίσως με τον Μπλανκί) τότε ίσως να καταλήξετε σε ορισμένα σοβαρά συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να οργανωθεί η πάλη εναντία σε κάθε μορφή τρομοκρατίας. Αλλιώς θα παραμείνετε ένα ενδιαφέρον ελιτίστικο περιθώριο που απλά θα συνεχίσει να αποτελεί το κατ εξοχή αντικείμενο της λοιδορίας από τους νέους Capo.